Ηταν έκπληξη η απονομή του Χρυσού Φοίνικα του τελευταίου φεστιβάλ των Καννών στον πολιτικό και ιδεολόγο Κεν Λόουτς, από μία επιτροπή με πρόεδρο τον εικονολάτρη Γουόνγκ Καρ Γουάι. Ομως η τίμια και συνεπής πορεία του Βρετανού σκηνοθέτη δικαιολογεί την επιλογή αυτή. Ο «Ανεμος χορεύει το κριθάρι» είναι μια ιστορία, που μπλέκει το πολιτικό και το εθνικό στοιχείο με το προσωπικό, καθώς οι ήρωες είναι δύο αδέλφια, τα οποία είναι από τους επικεφαλής της ιρλανδικής επανάστασης. Ο Ντέμιαν, που έχει σπουδάσει γιατρός, ετοιμάζεται να εγκατασταθεί στο Λονδίνο για να δουλέψει σε νοσοκομείο. Ομως, η βία των βρετανικών δυνάμεων κατοχής τον κάνει να αναθεωρήσει και να αποφασίσει να μείνει και να πολεμήσει για την ανεξαρτησία μαζί με τον αδελφό του, τον συνειδητοποιημένο αγωνιστή Τέντι. Ο αγώνας των αδελφών θα φέρει αποτέλεσμα και ο Γουίνστον Τσόρτσιλ θα φτάσει στο σημείο να διαπραγματευθεί με τον ηγέτη των Ιρλανδών Μάικλ Κόλινς. Ομως πόσο ικανοποιητική θα είναι η συμφωνία που προσφέρει μερική αυτονομία; Εκείνο το σημείο θα πυροδοτήσει νέες αντιθέσεις και έναν εμφύλιο πόλεμο και θα επηρεάσει και τη σχέση των δύο αδελφών, οι οποίοι από σύντροφοι θα γίνουν εχθροί και αντίπαλοι. Ολόκληρη η κινηματογραφική καριέρα του Λόουτς στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Το ίδιο κάνει και στο «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» με ιδιαίτερη προσοχή στην κινηματογράφηση και την ανασύσταση της εποχής. Στις ταινίες του Λόουτς συνήθως προσέχει κανείς μόνο το ιδεολογικό μέρος, όμως με αυτή τη δουλειά, ένα σενάριο που διαδραματίζεται στη δεκαετία του '20, ο Λόουτς δείχνει ότι ξέρει να στήσει καλά και μια ταινία σε περιβάλλον διαφορετικής εποχής, με ένα εξαιρετικό δίδυμο πρωταγωνιστών (Κίλιαν Μέρφι, Πάντραϊκ Ντελάνεϊ). Αυτό όμως που ο Λόουτς δεν καταφέρνει απόλυτα, είναι να συσχετίσει την ιστορία της ιρλανδικής επανάστασης με τη σημερινή εποχή, όπως συνήθως συμβαίνει με αυτού του είδους τις ταινίες.
(6 στα 10) Συνεπής Λόουτς με πολιτικό λόγο και ωραία κινηματογράφηση, όμως το θέμα μοιάζει πολύ κλεισμένο στην εποχή και τον τόπο του.
O πιο εύκολος και «πολιτικά ορθός» τρόπος να πεις πόσο καθαρός είναι ο «Ανεμος που χορεύει το κριθάρι» θα έμενε στην παράθεση υπερθετικών για τη φωτογραφία του Μπάρι Ακρόιντ, για το στιβαρό σενάριο του Πολ Λάβερτι, για την ερμηνεία του Κίλιαν Μέρφι και πάνω απ' όλα για τη σκηνοθεσία του Κεν Λόουτς, που ξανάφερε στο προσκήνιο το πολιτικό σινεμά και κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες τον περασμένο Μάιο. Ομως, σπάνια συναντάμε σε ένα ιστορικό δράμα εποχής (θεματικά παρόμοιο με το «Μάικλ Κόλινς» του Νιλ Τζόρνταν) ρεαλισμό τόσο γυμνό από μελοδραματικές και δημαγωγικές φιοριτούρες, τόσο πυκνό σε πολιτική σκέψη, τόσο πλούσιο σε αυθεντικά συναισθήματα.
Ο Αγγλος Λόουτς «αλλάζει» πλευρά γυρίζοντας στο χθες για να δει χωρίς προκατάληψη το σήμερα. Επιστρέφει στην ωμή βία του βρετανικού στρατού κατοχής στην Ιρλανδία, στο αντάρτικο των Ιρλανδών για εθνική ανεξαρτησία, στη συνθηκολόγηση του Δεκέμβρη του 1921 που σήμανε την ίδρυση του κράτους της Ιρλανδίας και στον εμφύλιο που ακολούθησε. Ο Λόουτς πράττει το αυτονόητο: δεν δικάζει την Ιστορία, κατά τη γενικευμένη τάση που προσφάτως παρουσιάστηκε στη Δύση. Ξαναδιαβάζει, απλώς, με ιδιαίτερη προσοχή ένα μικρό κεφάλαιο από τη σύγχρονη ιστορία της Ιρλανδίας (όπως έκανε με τον Ισπανικό Εμφύλιο και την ουτοπία της Αριστεράς στο «Γη και ελευθερία» το 1995) μιλώντας για τη βία που γεννάει βία και για το άτομο (την ηθική στάση και την πολιτική πράξη του) που στέκει σαν στάχυ μπροστά στους τυφώνες της κάθε εποχής. Στο περιθώριο όλων αυτών θα μπορούσε να ειπωθεί πως ο «Ανεμος χορεύει το κριθάρι» κρύβει και έναν υπαινιγμό για τον σημερινό αμερικανο-βρετανικό πόλεμο στο Ιράκ και την ανεξέλεγκτη βία που πυροδότησε.
(9 στα 10) Ο καθαρός άνεμος του Κεν Λόουτς. «Γη και ελευθερία» α λα ιρλανδικά.